καθυπερτέρησις

καθυπερτέρ-ησις, εως, , Astrol.,
A prepollence, Antioch.Astr. in Cat. Cod.Astr.8(3).106, Ptol.Tetr.193, Vett.Val.5.15, al.: generally, prevalence, prob. in Herm. ap. Stob.1.42.7.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • καθυπερτέρησις — καθυπερτέρησις, ἡ (Α) [καθυπερτερώ] 1. (για θέση αστέρα ή αστερισμού) το ύψιστο σημείο, το υπέρτατο ύψος, το ζενίθ 2. γεν. υπεροχή, επικράτηση …   Dictionary of Greek

  • καθυπερτέρησις — prepollence fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπερτερήσει — καθυπερτέρησις prepollence fem nom/voc/acc dual (attic epic) καθυπερτερήσεϊ , καθυπερτέρησις prepollence fem dat sg (epic) καθυπερτέρησις prepollence fem dat sg (attic ionic) καθυπερτερέω prevail aor subj act 3rd sg (epic) καθυπερτερέω prevail… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπερτερήσεις — καθυπερτέρησις prepollence fem nom/voc pl (attic epic) καθυπερτέρησις prepollence fem nom/acc pl (attic) καθυπερτερέω prevail aor subj act 2nd sg (epic) καθυπερτερέω prevail fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπερτέρησιν — καθυπερτέρησις prepollence fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπερτερήσεως — καθυπερτερήσεω̆ς , καθυπερτέρησις prepollence fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπερτερήσῃ — καθυπερτερήσηι , καθυπερτέρησις prepollence fem dat sg (epic) καθυπερτερέω prevail aor subj mid 2nd sg καθυπερτερέω prevail aor subj act 3rd sg καθυπερτερέω prevail fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.